Ωδή εις «φασίολον τον κοινόν» ή πόση ζωή χωράει σε ένα φασόλι - Γιώργος Ρούσκας

 
 

Ωδή εις «φασίολον τον κοινόν»
ή πόση ζωή χωράει σε ένα φασόλι

από τον Γιώργο Ρούσκα


Έλα καλή μου μην κάνεις έτσι. Φασολάκια καθαρίζεις. Δεν καθαρίζεις άγριες αγκινάρες! Μη δυσανασχετείς!
Να ήξερες τι κρατάς στα χέρια σου! Να μπορούσες να δεις τι κρύβεται πίσω από ο,τιδήποτε κοινό, συνηθισμένο, απλό!
Χαλάρωσε λίγο. Θυμήσου το παραμύθι "Ο Τζακ και η φασολιά" της Μαρί Ντυβάλ. Τι λες τώρα;

Να σου πω ένα απόσπασμα από το [Καπνισμένο Τσουκάλι] του Γιάννη Ρίτσου, που γράφτηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων της Λήμνου το ’48-’49; Άκου:

«Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ! Πολύ μακρύς αδελφέ μου.
….
Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν. Αυτό το χαμόγελο,
κι αυτόν τον ουρανό, δεν μπορούν να μας τα πάρουν.
……..
Ξέρουμε πως ο ίσκιος μας, θα μείνει πάνου στα χωράφια,
πάνω στην πλίθινη μάντρα του φτωχόσπιτου,
πάνω στους τοίχους των μεγάλων σπιτιών που θα χτίζονται αύριο,
πάνου στην ποδιά της μητέρας, που καθαρίζει φρέσκα φασολάκια,
στη δροσερή αυλόπορτα.
Το ξέρουμε…».

Λένε μάτια μου πως ο Πάμπλο Νερούδα στο Κάπρι, έβλεπε την αγαπημένη του να καθαρίζει φασολάκια και ο έρωτάς του για κείνη, Ματίλντε την έλεγαν, έδινε ακόμη και σε αυτό ερωτική χροιά, προσέδιδε ακόμη και στις κινήσεις αυτές χάρη και μυστήριο ιεροτελεστίας. Κάτι έβλεπε με τα μάτια που μόνο οι ποιητές βλέπουν, κάτι μεγάλο, πίσω και πέρα από αυτό. Γι αυτό είναι χρειαζούμενη η Ποίηση.

Να σου πω μια ιστορία αληθινή;
Έλα, για σκέψου ένα μόνο σπόρο, ένα μόνο φασόλι, που με τ’ αδέρφια, τα ξαδέρφια και τους γειτόνους του ξεχειμώνιασε σε ένα ανήλιαγο κατώι, σε πλήρη ησυχία και απομόνωση, στριμωγμένο σε ένα αυτοσχέδιο μικρό τσουβάλι από λινάτσα. Ίσα που μπορούσε ν’ ανασάνει, ίσα που μπορούσε ν’ αφουγκράζεται.

Ξαφνικά, ένα ανοιξιάτικο πρωινό, η γριά, μαυροφορεμένη, με τη μαντήλα
σφιχτά δεμένη, άνοιξε διάπλατα την βαριά ξύλινη πόρτα! Το τρίξιμο των σκουριασμένων μεντεσέδων μας τρόμαξε. Οι αγουροξυπνημένες ηλιαχτίδες έβαψαν με ένα ζεστό προς ώχρα λευκό το χώρο και φρέσκος αέρας όρμησε να ζευγαρώσει με την κλεισούρα. Η σκόνη ανάστατη, χόρευε αλαφιασμένη, πήγαινε πάνω - κάτω, αριστερά - δεξιά, χάνοντας τα βήματα. Προσπαθούσε να κρυφτεί, μα το φως την ξετρύπωνε κάθε τόσο. Εκείνη γελούσε και έτρεχε πάλι.
Η κυρά Τασά πλησίασε, άνοιξε το μικρό τσουβάλι και πήρε με το τρεμάμενο δεξί της χέρι μερικές χούφτες φασόλια, βάζοντάς τα με σεβασμό στην ποδιά της, ενώ κράταγε με τ’ αριστερό το πανί να μη διπλώσει. Μετά, αφού έκλεισε πάλι το σακί, σφάλισε τη βαριά πόρτα και με αργά βήματα κίνησε κατά το περιβόλι.

Ο μικρός σπόρος, ο φασολάκος, αφού σταμάτησαν ο βηματισμός και οι στάσεις που έκανε κάθε τόσο για να ξαποστάσει η κυρά Τασά, άκουγε τώρα ανά διαστήματα βογκητά. Ήταν από το σκύψιμο της γριάς και το φορτίο τόσων χρόνων. Μετά από λίγο, ένιωσε ένα γέρικο μα ζεστό ανθρώπινο χέρι να τον αγγίζει με σιγουριά και να έρχεται σε επαφή με κάθε μόριο του διπλοκάμπυλου σχήματός του. Για πότε αντίκρυσε τον ήλιο και έκλεισε τα μάτια να μην τυφλωθεί, για πότε βρέθηκε χωμένος στη γη σε μια από τις παράλληλες αυλακιές, για πότε ένιωσε το νερό να μουσκεύει όλη του την ύπαρξη, ούτε που το κατάλαβε. Το νερό επιδρούσε πάνω του αλλιώς, μέσα του γεννούσε νέες διεργασίες, ενεργοποιούσε μηχανισμούς, σαν να ξύπναγε αρχέγονες διαδικασίες που ως τώρα κοιμόντουσαν κρυμμένες στο DNA του.

Τις νύχτες άκουγε μέσα από τη γη τα νυχτοπούλια, τα τριζόνια, τις ακρίδες. Τη μέρα ένιωθε τον ήλιο να γυροφέρνει το περιβόλι, άκουγε τα κελαηδήματα των πουλιών, και όταν φρέσκο νερό ερχόταν κατά πάνω του, όχι μόνο δεν κράταγε την αναπνοή του μα φούσκωνε τόσο ώστε να χωρέσει μέσα του όσο περισσότερο μπορούσε. Πείναγε. Διψούσε. Το καταλάβαινε πως κάτι έτρεχε. Μεγάλωνε. Αποκτούσε κάτω χαμηλά κάτι σαν πόδια, κάτι σαν ρίζες. Πάνω του, στην κορφή, έβλεπε κάτι να σκάει μύτη, να ψηλώνει, να σηκώνεται, μέρα με τη μέρα. Το φύτρο έσκασε και άρχισε να διεκδικεί το μερίδιό του στο χώρο και στο χρόνο.

Ώσπου ένα ωραίο πρωί, ξεμύτισε από το χώμα και αξιώθηκε να αντικρύσει τον κόσμο.
Τι γαλάζιο ήταν αυτό του ουρανού, τι κάτασπρα μικρά παχνιδιάρικα συννεφάκια, τι ζεστός ήλιος, πόσο ερωτιάρης ο αέρας! Πόσο όμορφα τον καλωσόρισαν τα δέντρα του κήπου, οι πετρούλες, τα αγριολούλουδα. Πως του γλυκομιλούσαν οι ιτιές, τα έλατα, οι κέδροι, τα πουρνάρια!
Τι χρώματα, τι μυρωδιές, τι μουσική ήταν αυτή! Πως το φως κάθε στιγμή τα χρωμάτιζε όλα με καινούργια χρώματα! Πόσοι άραγε μπορούσαν να το χαρούν αυτό; Πόσοι το προσπερνούσαν;
Τη μέρα δεν χόρταινε να παρατηρεί. Τη νύχτα, από τη χαρά του δεν κοιμόταν.
Και μεγάλωνε, όλο μεγάλωνε, ρούφαγε νεράκι και πέταγε ύψος.

Ένα απόγευμα, η καλή γριούλα, ήρθε φορτωμένη στην πλάτη ένα δεμάτι κλάρες. Τις απόθεσε στη γη και μια μια τις έχωνε στο βρεγμένο χώμα, πλάι σε κάθε φυτρωμένο φασόλι. Άλλο πάλι και τούτο! Τι τρέλα κουβαλάνε οι άνθρωποι!
Το βράδυ, σαν ησύχασαν όλα ρώτησε την κλάρα σιμά του:
-Από τι δέντρο είσαι;
-Από αγριοκορομηλιά μικρούλι μου, αποκρίθηκε εκείνη.
-Πόνεσες όταν σε έκοψαν από τη μαμά σου;
-Ναι, ήταν ξαφνικό και βίαιο. Ο πόνος οξύς, το αίμα μου στάλαξε ανεμπόδιστο στη γη, το μέταλλο του πριονιού σκληρό και ανελέητο έκοψε τη σάρκα μου, το κλαδευτήρι μετά πόνεσε περισσότερο μα καθώς ξεραίνομαι, ευτυχώς πονάω όλο και λιγότερο.
-Πόσο μεγάλη και πόσο ίσια είσαι! Γιατί σε έμπηξαν εδώ;
-Δεν ξέρω μικρό μου, θα δούμε, κάμε υπομονή όπως κάνω κι εγώ. Θα δείξει. Ας είμαστε ευγνώμονες για το τώρα, που ζούμε, που αξιωνόμαστε να βιώνουμε τούτη τη στιγμή, που επικοινωνούμε! Έχει ο Πλάστης!

Και έμπαινε για τα καλά η άνοιξη, περνούσε ήσυχα ο καιρός, τα αυλάκια σκούρα από την κοπριά και το νερό. Ένα βράδυ ακούστηκαν τα πρώτα αηδόνια!
«Ο παράδεισος είναι εδώ!» φώναξε η μικρή πλέον φασολιά.
-«Ο παράδεισος είναι εδώ!» φώναξαν όλες μαζί οι μικρές φασολιές.
-«Ναι, ο παράδεισος εδώ είναι!» φώναξαν όλα μαζί τα γειτονικά δέντρα.

Από το μικρό φυτό, χεράκια άρχισαν να ξεπετάγονται, να τυλίγονται, να κλαρώνουν συστρεφόμενα γύρω από το ίσιο ξύλο, να γαντζώνονται για να το στηρίζουν στην ανάπτυξή του. Μετά από λίγο καιρό, η φασολιά είχε καλύψει ολόκληρη την κλάρα με καταπράσινα ζωηρά φύλλα, σχεδόν 2 μέτρα ύψος! Μια αγκαλιά δίμετρη, σφιχτή, φυλλώδης, αεικίνητη, αχτινοβολούσα!
Σήκωνε το ανάστημά της καμαρωτή στον γιό του Υπερίωνα, τον Ήλιο, έπινε αχόρταγα τις ηλιαχτίδες, μεθούσε, έκανε νάζια πότε στον Βορέα, πότε στον Ζέφυρο, δεχόταν ηδονικά τα φιλιά που της έστελνε ο ουρανός σταγόνα σταγόνα σε κάθε φύλλο του σώματός της με την ξαφνική βροχή που έφερναν στη γη οι Υάδες. Το βράδυ, κοιταζόταν στον καθρέφτη της μικρής γούρνας που είχε κρατήσει λίγο νερό, λουσμένη από το ασημένιο φως της Σελήνης.

Άρχισε τότε να βγάζει λευκά ανθάκια, μαζεμένα λίγα λίγα σε τσαμπιά που κρεμόντουσαν λικνιζόμενα στα χάδια του αέρα. Ανθάκια που τέντωναν τα πέταλά τους, άνοιγαν την αγγελική τους αγκάλη, άπλωναν τη θηλυκότητά τους σαν καμπάνα προσελκύοντας με την ομορφιά και το άρωμά τους έντομα να έρθουν να παίξουν μαζί τους. Έντομα που θα φέρναν άθελά τους αρσενική γύρη να κολλήσει στα τοιχώματά του κόλπου τους και από ’κει η σοφία και η πρόνοια της Φύσης θα την οδηγούσαν κατευθείαν στα Έγκατα της Ύπαρξης να γονιμοποιήσει και να δώσει νέα ζωή.

Πράγματι, ο καρπός, ξεπηδούσε σιγά σιγά σε μορφή λοβού. Πράσινος, κυρτός στην άκρη του, σαρκώδης, δυνατός, προστατευτικός, μεγάλωνε και αυτός περικλείοντας μέσα του πέντε – έξι σπόρους, πέντε, έξι, εφτά ξερά φασόλια.

Προχωρημένο καλοκαίρι πια, τα χελιδόνια ακούραστα γυρνοβολούσαν στον αέρα ολημερίς και η γριά, δυό φορές την εβδομάδα, μαζεύει τους λοβούς, τα πράσινα φασόλια ή «φασολάκια» όπως τα λέμε, και άλλα τα πάει για μαγείρεμα, άλλα αφήνει όξω στη βεράντα να λιαστούν, να γίνουν πάλι με τη σειρά τους ξερά, σπόροι.
Μπορεί η καλή γριούλα να μην ξέρει ότι τα φασόλια είναι Αγγειόσπερμα Δικοτυλήδονα, Κυαμώδη. Αυτό που ξέρει με σιγουριά είναι πως με αυτά μεγάλωσαν οι παππούδες της, οι γονείς της, η γενιά της και τα παιδιά της. Αυτά κράτησαν το γένος στην κατοχή. Αυτά μπορούν ν’ αποθηκευτούν για καιρό χωρίς να χαλάνε. Όπως και τα καρύδια.
Οι μεγαλύτεροι τα λέγαν το «κρέας του φτωχού», διαισθανόμενοι με την «σοφία της απλότητας» που είχαν, την υψηλή θρεπτική αξία των καρπών της φασολιάς, χωρίς να τους ενδιαφέρουν οι πρωτεΐνες, οι υδατάνθρακες και οι βιταμίνες. Ό,τι το ρύζι για τους Κινέζους, τα φασόλια για τους Έλληνες. Τότε φυσικά. Όχι τώρα.

Γι αυτό σου λέω καλή μου έλα, μην κάνεις έτσι. Φασολάκια καθαρίζεις. Σπάσε απαλά τις μυτερές άκρες μη τα πονέσεις. Καθάρισε με το μαχαίρι τις ίνες απαλά, να μη ματώσουν, σαν να τα λευτερώνεις από δεσμά κόβοντας τα σχοινιά που τα δένουν προσέχοντας να μην τα πληγώσεις. Χάιδεψέ τα. Μίλα τους. Δώσε τους να καταλάβουν την αγάπη και την ευγνωμοσύνη σου! Δεν είναι απλά χλωρά φασόλια. Είναι φασολάκια με ιστορία, με ψυχή, με οντότητα, όπως κάθε τι πάνω στη γη!

Φασολάκια που είτε θα φυτευόντουσαν, να μπουν πάλι στον κύκλο της ζωής είτε όπως αυτά εδώ, θα φτιάξουν όλα μαζί μια ανεπανάληπτη πανδαισία με τη φρέσκια ντομάτα, τα κρεμμυδάκια, το λάδι, το νερό και ίσως και με κανένα μικρό κολοκυθάκι ή μια πατατούλα και θα καταναλωθούν από τον άνθρωπο να τον στεριώσουν, να τον δυναμώσουν με τα θρεπτικά στους συστατικά, την σοφία, την ενέργειά τους, γενόμενα πλέον μέρος της ύπαρξής του, ώσπου κάποτε, αφομοιωμένα, με άλλη μορφή, να ξαναγυρίσουν στη γη!

Έλα καλή μου! Τραγούδησέ τους! Έλα να τους τραγουδήσουμε μαζί!

Γιώργος Ρούσκας - Ιούνιος 2016

https://plus.google.com/106595513731216403769/posts/N4yU5CTcNk7